Οφθαλμίατρος Καραγεωργόπουλος Δημήτριος

    ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΣ

    Τι είναι ο κερατόκωνος


    Είναι μια σπάνια κατάσταση κατά την οποία ο κερατοειδής (η μπροστινή διάφανη επιφάνεια του ματιού) λεπταίνει και εξογκώνεται. Με τη λέξη κερατόκωνος στην κυριολεξία περιγράφουμε έναν κερατοειδή ο οποίος έχει πάρει σχήμα κώνου.
    Αυτή η ανωμαλία στο σχήμα του κερατοειδή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές διαταραχές στην όραση.

    Ποια είναι η αιτία του κερατόκωνου;



    Παρά τις συνεχείς έρευνες, η αιτία του κερατόκωνου παραμένει άγνωστη. Παρ' όλο που ο κερατόκωνος δεν θεωρείται κληρονομική ασθένεια, η πιθανότητα να εμφανιστεί κερατόκωνος σε κάποιον εξ αίματος συγγενή αρρώστου είναι 1 στις 10.

    Το δυνατό τρίψιμο των ματιών, παρόλο που δεν προκαλεί κερατόκωνο, μπορεί να συμβάλλει στην εξέλιξη της ασθένειας.
    Γι' αυτό τα άτομα που πάσχουν από κερατόκωνο πρέπει να αποφεύγουν να τρίβουν τα μάτια τους.

    Ποια είναι τα συμπτώματα του κερατόκωνου;



    Τα πρώτα συμπτώματα του κερατόκωνου είναι θόλωση και διαταραχή της όρασης. Τα συμπτώματα εκδηλώνονται συνήθως στο τέλος της εφηβείας ή γύρω στα είκοσι. Η ασθένεια εξελίσσεται σιγά - σιγά για 10 με 20 χρόνια και ύστερα σταματάει.

    Στα πρώτα στάδια είναι δυνατό να προσβληθεί ελαφρά η όραση με αποτέλεσμα οι ασθενείς να βλέπουν φωτεινούς κύκλους γύρω από τα φώτα, και επίσης να έχουν φωτοφοβία (υπερευαισθησία στο φως) και ερεθισμό. Το κάθε μάτι μπορεί να προσβληθεί με διαφορετική ένταση. Καθώς προχωράει η αρρώστεια ο κερατοειδής γίνεται περισσότερο καμπύλος, αποκτάει ουλές και η όραση πιθανόν να χειροτερεύει.

    Εάν ο κερατοειδής πρηστεί, μπορεί να συμβεί ξαφνική ελάττωση της όρασης. Αυτό συμβαίνει όταν στο ελαστικό του μέρος δημιουργηθεί ένα μικρό σπάσιμο εξ αιτίας του ανώμαλου σχήματος του. Το πρήξιμο αυτό (οίδημα) απορεί να επιμένει για βδομάδες ή και μήνες, μέχρι που να επουλωθεί το σπάσιμο.

    Πως θεραπεύεται ο κερατόκωνος;



    Ελαφρές περιπτώσεις κερατόκωνου θεραπεύονται με επιτυχία με γυαλιά ή με ειδικά σχεδιασμένους φακούς επαφής. Όταν δεν έχουμε πια ικανοποιητική όραση με τα γυαλιά ή τους φακούς επαφής, συστήνεται εγχείρηση, που είναι συνήθως μεταμόσχευση του κερατοειδή. Μπορούν επίσης να γίνουν και άλλα είδη εγχειρήσεων, όπως θερμοκερατοπλαστική (θέρμανση του κερατοειδή με έναν ειδικό τρόπο) ή επικερατοφακία (προσθήκη επιπλέον κερατοειδικού ιστού).

    Σε περίπτωση που παρουσιασθεί οίδημα στον κερατοειδή, ο οφθαλμίατρος μπορεί να δώσει κολλύριο σαν προσωρινή λύση. Ωστόσο δεν υπάρχουν φάρμακα κατάλληλα για την πρόληψη της εξέλιξης της ασθένειας.

    Αν ο κερατόκωνος είναι προχωρημένος, τότε πρέπει να γίνει μεταμόσχευση του κερατοειδή. Μ' αυτόν τον τρόπο η όραση συνήθως βελτιώνεται. Όπως σε κάθε εγχείρηση του ματιού, έτσι κι εδώ μπορεί να παρουσιασθούν κάποιες επιπλοκές, όπως για παράδειγμα απόρριψη του μοσχεύματος, λοίμωξη και απώλεια της όρασης. Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να εγγυηθεί για τα αποτελέσματα της εγχείρησης.

    Η αντιμετώπιση του κερατόκωνου με την τεχνική UVA/Cross linking



    Μια νέα μέθοδος εισάγεται τα τελευταία χρόνια στη θεραπεία του κερατόκωνου.

    Η θεραπεία αυτή βασίζεται στην ισχυροποίηση των κολλαγόνων ινών του στρώματος του κερατοειδούς, με τη χρησιμοποίηση της φωτο-ευαισθητοποιού ουσίας Riboflavin (Βιταμίνη Β2) και την ακτινοβόληση του με Α υπεριώδη ακτινοβολία σε ελεγχόμενη δοσολογία. Βιομηχανικές μετρήσεις έχουν δείξει ότι με την τεχνική αυτή έχουμε αύξηση της ακαμψίας (rigidity) του ανθρώπινου κερατοειδούς κατά 328,9% μετά από την θεραπεία αυτή. Η μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί σε αρχόμενους κερατόκωνους, ώστε να διατηρηθεί η καλή οπτική οξύτητα που υπάρχει στα αρχικά στάδια της νόσου.

    Ο κερατόκωνος είναι μη φλεγμονώδης λέπτυνση του κερατοειδούς η οποία χαρακτηρίζεται από εντοπισμένη πρόπτωση συνοδευόμενη από λέπτυνση του στρώματος, κυρίως στην κορυφή του κώνου, την οποία σχεδόν πάντα συνοδεύει ανώμαλος αστιγματισμός. Η συχνότητά του είναι περίπου 1/2000 στον γενικό πληθυσμό.

    Για την εμφάνισή του αναπτύχθηκαν διάφορες θεωρίες, όπως η Γενετική Θεωρία , η Ενδοκρινική Θεωρία και τελευταία έκανε την εμφάνισή της η Βιο-μηχανική Θεωρία, σύμφωνα με την οποία παρατηρείται μειωμένη διασύνδεση των κολλαγόνων ινών, αλλά και ελαττωμένη αντίσταση των ινών στη δράση των διαφόρων ενζύμων (κολλαγενάση, πεπτάση, τρυπτάση).

    Οι θεραπείες που μέχρι σήμερα εφαρμόζονται, διαμπερής κερατοπλαστική, ενδοστρωματικοί δακτύλιοι, φακοί επαφής κ.α., διορθώνουν μόνο το διαθλαστικό σφάλμα χωρίς να θεραπεύουν την ίδια τη νόσο.

    Η θεραπεία με την Α υπεριώδη ακτινιβολία και τη Riboflavin, επεμβαίνει στην ίδια τη νόσο, ισχυροποιώντας την αντίσταση των κολλαγόνων ινών στην ενζυματική δράση των παραπάνω ενζύμων, αυξάνοντας την ακαμψία τους, ώστε να μπορεί να ανασταλεί μόνιμα πλέον η πρόοδος του κερατόκωνου αλλά ακόμα και μικρού βαθμού υποχώρηση του κώνου, κάτι που φαίνεται από τη μεταβολή των κερατομετρικών και των τοπογραφικών ενδείξεων.

    Η δράση της ενέργειας που προσροφάται μέσω τις ριβοφλαβίνης στοχεύει στην αύξηση της διαμέτρου των κολλαγόνων ινών η οποία επιτυγχάνεται με την ενδιάμεση διασύνδεσή τους.

    Η επιλογή των ασθενών γίνεται με κριτήριο τη μετά από τη θεραπεία διατήρηση καλής οπτικής οξύτητας. Έτσι λοιπόν, προτιμούμε τα περιστατικά στα οποία δεν υπάρχει κεντρικό νεφέλιο ή θόλωση του κερατοειδούς, και όταν το κεντρικό πάχος δεν έχει μειωθεί κάτω από τα 400μ., αν και αυτό το τελευταίο δεν αποτελεί απόλυτη αντένδειξη, αφού υπάρχει η δυνατότητα με τη χρησιμοποίηση υδατικού διαλύματος ριβοφλαβίνης να προκαλέσουμε στρωματικό οίδημα και αύξηση του πάχους στα ασφαλή όρια.

    Ο προεγχειρητικός έλεγχος περιλαμβάνει: μέτρηση της καλύτερα διορθούμενης όρασης, τοπογραφία κερατοειδούς, εξέταση στη σχισμοειδή λυχνία, κερατομετρία, μέτρηση της Πίεσης του ματιού, μέτρηση της πυκνότητας του ενδοθηλίου, παχυμετρία του κεντρικού κερατοειδούς, φωτογράφηση, βυθοσκόπηση.

    Μετά από τον πλήρη αυτό έλεγχο ξεκινά η θεραπεία. Γίνεται ενστάλαξη τοπικού αναισθητικού, απόξεση του κεντρικού επιθηλίου με τρεις κάθετες και μία οριζόντια γραμμοειδείς αποξέσεις για τη διευκόλυνση της γρήγορης εισόδου της ριβοφλαβίνης στον πρόσθιο θάλαμο. Μετράμε το πάχος του κερατοειδούς και εφόσον αυτό ξεπερνά τα 400μ. αρχίζουμε την ενστάλαξη Riboflavin Dextran 0,1% επί 10 λεπτά(10mg Riboflavin-5-phosphate σε διάλυμα Dextran-T 500 20%).

    Η ακτινοβόληση του κερατοειδούς διαρκεί 30 λεπτά και καθ’όλη τη διάρκεια ενσταλάζουμε Riboflavin Dextran 0,1% ανά 3 λεπτά. Μετά από το τέλος της θεραπείας τοποθετούμε θεραπευτικό φακό επαφής και αφήνουμε τον οφθαλμό ανοικτό.

    Η πλήρης επιθηλιοποίηση επέρχεται συνήθως σε 2 ή 3 24ωρα, και μία βδομάδα μετά από τη θεραπεία ελέγχουμε τις κερατομετρικές μεταβολές, και την όραση με διόρθωση. Ο έλεγχος γίνεται κάθε μήνα αρχικά και για ένα εξάμηνο.

    Όσον αφορά στην εμφάνιση επιπλοκών, ο μοναδικός κίνδυνος προέρχεται από βλάβη του ενδοθηλίου. Κάτι τέτοιο θα δημιουργηθεί μόνον εφόσον ακτινοβοληθεί ένας κερατοειδής με πάχος μικρότερο από τα 400μ. χωρίς να χρησιμοποιηθεί τεχνητή εξοίδηση του στρώματος και αύξηση του πάχους. Πολύ σπάνια έχει παρατηρηθεί κάποια αντίδραση του ενδοθηλίου σε περιπτώσεις πάχους μεγαλύτερου των 400μ. Καμία άλλη ουσιαστική επιπλοκή δεν υπάρχει.

    Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι αποτελεί μια νέα προσέγγιση στη θεραπεία των κερατεκτασιών πιο απλή από μια κερατοπλαστική με λιγότερες επιπλοκές και ασφαλώς λιγότερο δαπανηρή.

Ενημερωθείτε επίσης!